βαστάζω


βαστάζω
βαστάζω (syn. φέρω) поднимать; нести

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "βαστάζω" в других словарях:

  • βαστάζω — βαστάζω, βάσταξα βλ. πίν. 23 Σημειώσεις: βαστάζω : η έννοια του ρήματος δεν πρέπει να ταυτίζεται με του βαστάω. Σημαίνει → σηκώνω, φέρω κάτι στους ώμους μου ως φορτίο. (Την ετικέτα της γεροντοκόρης, που τόσες και τόσες εργαζόμενες βαστάζουν σαν… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • βαστάζω — lift up pres subj act 1st sg βαστάζω lift up pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαστάζω — και βαστώ ( άω) και βασταίνω και βαστάνω (AM βαστάζω, Μ και βαστῶ και βασταίνω και βαστάνω) 1. κρατώ κάτι με το χέρι 2. μεταφέρω 3. υπομένω, υποφέρω μσν. νεοελλ. 1. (για έγκυο γυναίκα) κυοφορώ 2. φορώ 3. κατέχω («βαστάει τα κλειδιά») 4. τηρώ… …   Dictionary of Greek

  • βαστάζω — αξα, άχτηκα, βασταγμένος, βλ. και βαστώ κρατώ κάτι στα χέρια μου, υποστηρίζω: Μην ανησυχείς! Βαστάζω γερά τα ποτήρια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βαστάζω — [вастазо] р. нести, держать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βαστάζετε — βαστάζω lift up pres imperat act 2nd pl βαστάζω lift up pres ind act 2nd pl βαστάζω lift up imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαστάζῃ — βαστάζω lift up pres subj mp 2nd sg βαστάζω lift up pres ind mp 2nd sg βαστάζω lift up pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαστάξει — βαστάζω lift up aor subj act 3rd sg (epic) βαστάζω lift up fut ind mid 2nd sg βαστάζω lift up fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαστάξουσιν — βαστάζω lift up aor subj act 3rd pl (epic) βαστάζω lift up fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) βαστάζω lift up fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαστάξω — βαστάζω lift up aor subj act 1st sg βαστάζω lift up fut ind act 1st sg βαστάζω lift up aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαστάξῃ — βαστάζω lift up aor subj mid 2nd sg βαστάζω lift up aor subj act 3rd sg βαστάζω lift up fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)